Αρχείο ετικέτας γιακουμάκης

Ο ελληνικός φασισμός δολοφόνησε τον Βαγγέλη Γιακουμάκη

d6c28c6582af8287b0eef478e4a8f548_XL

Υπάρχει μια δεδομένη πρακτική της εξουσίας που ξετυλίγεται κάθε φορά που πρέπει να διαχειριστεί θέματα όπως τη δολοφονία του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Αντίστοιχα, θα θυμίσω τη δολοφονία της Φαίης Μπάχλα. Κάθε φορά, λοιπόν, ένας συγκεκριμένος μηχανισμός που σε εμάς εμφανίζεται κυρίως στα μμε αναλαμβάνει να διαχειριστεί την εκάστοτε υπόθεση.

Μέσα στη διαδικασία της διαχείρισης αυτής κομμάτια του αναλαμβάνουν διαφορετικούς ρόλους. Ένα κομμάτι του στέκεται και καταγγέλλει, άλλο κάνει τις αποκαλύψεις, άλλο ασχολείται με το παρελθόν του θύματος ή του θύτη, άλλο αναλαμβάνει να ντύσει ιδεολογικά το γεγονός, άλλο αναλαμβάνει την ψυχολογικοποίηση που πρέπει να πάει πακέτο με τον ”πανελλήνιο θρήνο” και το ”πανελλήνιο σοκ” κ.ο.κ.

Στη συνέχεια υπάρχουν οι μπάτσοι. Αν και θα έλεγα πως αυτοί μάλλον προηγούνται. Αυτοί είναι αυτοί που ”διαρρέουν” τις κατάλληλες πληροφορίες και ουσιαστικά δίνουν τη γραμμή που πρέπει να ακολουθηθεί για κάθε υπόθεση. Οι μπάτσοι είναι που κάνουν το πραγματικό ρεπορτάζ, αυτοί έχουν τα πραγματικά στοιχεία στη διάθεσή τους και άρα διαχειρίζονται ουσιαστικά την υπόθεση. Αυτοί είναι που παρέχουν τις κατάλληλες πληροφορίες για να ενημερωθεί το …κοινό. Δεν είναι οι μόνοι βέβαια.

Ανάλογα το γεγονός και την βαρύτητα του, μπορεί κάθε φορά να μπλεχτούν υπουργεία, υπουργοί και φυσικά εν τέλει δικαστές και ιατροδικαστές. Ανάλογα τη βαρύτητα, δηλαδή, η διαχείριση μπορεί να ακουμπήσει και τα ψηλά κομμάτια της ιεραρχίας της εξουσίας. Σε κάθε περίπτωση τα μμε έχουν επιτελικό-εκτελεστικό ρόλο να διαμεσολαβήσουν και να διαδώσουν στην κοινωνία τηνκυρίαρχη αφήγηση. Και βέβαια όταν λέω μμε, συμπεριλαμβάνω και τα social media τα όποια έρχονται τελευταία στη λίστα και συμπληρώνουν το παζλ της διαμεσολάβησης.

Κατά αυτόν τον τρόπο μπορούμε να πούμε πως κάθε φριχτό και σοκαριστικό γεγονός είναι ταυτόχρονα και πολιτικό, ακριβώς επειδή αφορά την κοινωνία και την ιδεολογική της διαχείριση, ακριβώς επειδή η εξουσία θέλει να συγκλονιστούμε ψυχολογικά να θρηνήσουμε και όχι να σκεφτούμε και να αναλύσουμε. Σχεδόν πάντα, διαβάζοντας αυτή την αφήγηση της κυρίαρχης ιδεολογίας στα μμε είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε πράγματα που δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν, αποτελούν όμως πολιτικά συμπεράσματα.

”Θέλησε να εξαφανιστεί, πιστεύω ότι είναι αυτοκτονία, μου είπαν ότι βρέθηκε ένα μαχαίρι δίπλα του, πραγματικά λυπάμαι πολύ. Γιατί ο Βαγγέλης δεν απευθύνθηκε εκεί πού έπρεπε. Σε κάποιον δικό του άνθρωπο αφού είχε σημαντικά προβλήματα. Ναι, η αστυνομία έπρεπε να τον είχε βρει. Μαζί μας ήταν και η ΕΜΑΚ και ειδικά τμήματα. Δεν τα καταφέραμε. Είχα διατάξει προσωπικά να πάρουν πόντο – πόντο το ρέμα, δεν βρήκαμε τίποτα. Ούτε τα εκπαιδευμένα σκυλιά είχαν καταφέρει κάτι να εντοπίσουν. Τα σκυλιά της αστυνομίας αποδείχτηκε ότι ήταν ακατάλληλα τελικά, δεν εντόπισαν τίποτα απολύτως, στο σημείο αυτό δε μπορούσε ανθρώπινο μάτι να εντοπίσει το Βαγγέλη”, λέει. 

Τα παραπάνω δημοσιεύτηκαν ως λόγια του πρώην αστυνομικού διευθυντή Ιωαννίνων. Ο Βαγγέλης, λοιπόν, επέλεξε να εξαφανιστεί για να αυτοκτονήσει και όχι να ζητήσει βοήθεια από έναν δικό του άνθρωπο αφού είχε σημαντικά προβλήματα. Ο Βαγγέλης εξαφανίστηκε μέσα στα Ιωάννινα και δε μπόρεσαν ούτε η ΕΜΑΚ και τα ειδικά της τμήματα να τον βρουν. Τα σκυλιά της αστυνομίας ήταν ακατάλληλα για μια τέτοια δουλειά: να βρουν ένα νεκρό σώμα μέσα στη πόλη των Ιωαννίνων, όχι σε κάποια βουνοκορφή. Και βέβαια, κάποιοι του είπαν του μπάτσου (και της ΕΜΑΚ;) πως βρέθηκε και ένα μαχαίρι εκεί δίπλα.

Σε κάθε περίπτωση θα προσπερνούσα τις παραπάνω γελοιότητες του μπάτσου αν αυτές δεν επιτελούσαν έναν πολύ συγκεκριμένο ρόλο μέσα στη διαχείριση του γεγονότος από τα μμε: έμμεσα ή άμεσα, πριν εμφανιστεί οποιαδήποτε ιατροδικαστική εξέταση, οι μπάτσοι άρχισαν να διαρρέουν την κατάλληλη πληροφορία και να στήνουν το σκηνικό της διαχείρισης: Ο Βαγγέλης αυτοκτόνησε, είχε προβλήματα αλλά επέλεξε να δώσει ένα τέλος παρά να ζητήσει βοήθεια. Άρα, όλη η ευθύνη δικιά του. Έχω την εντύπωση πως, τον χορό για την ενοχοποίηση του Βαγγέλη ως αποκλειστικού υπεύθυνου, με πρόωρα δημοσιεύματα για αυτοκτονία, τον ξεκίνησε η γνωστή φυλλάδα και επαγγελματίας διαμεσολαβητής υπέρ του φασισμού σε όλες του τις εκφάνσεις ”πρώτο θέμα”. Τον ίδιο ρόλο είχε αναλάβει και με την υπόθεση της Φαίης Μπάχλα, τον ίδιο ρόλο και με τον ”δράκο της Πάρου”.

Ο ρόλος αυτός είναι πάντα ένας και ξεκάθαρος: υπεράσπιση του φασισμού με όλα τα μέσα. Και αν δεν είναι προφανές αυτό που λέω, απλά σκεφτείτε τι συμπεριφορές, καταστάσεις και κοινωνικές σχέσεις δικαιολογούνται με το να παρουσιάζουν τη δολοφονία του Βαγγέλη σαν να μην υπάρχουν άλλοι εμπλεκόμενοι, σαν ο Βαγγέλης απλά να αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του επειδή είχε βαρεθεί το …bullying. Σαν να υπήρξαν κάποιοι που τον παρενοχλούσαν, αλλά εντάξει, εν τέλει ο Βαγγέλης αποφάσισε να αυτοκτονήσει. ΌΧΙ. Δεν υπάρχει κανένα bullying και καμιά αυτοκτονία. Αυτό εξυπηρετεί τους απολογητές που κατά τα άλλα είναι έτοιμοι να χύσουν δάκρυα. Υπάρχει δολοφονία.

Και βέβαια, το θέμα δεν εξαντλείται εκεί. Επιστρατεύεται οτιδήποτε μπορεί να δικαιολογήσει στις συνειδήσεις τη δολοφονία ή τουλάχιστον να την ντύσει με ένα περιτύλιγμα κατάλληλο να κρύψει τις πραγματικές αιτίες. Ο Βαγγέλης, λοιπόν, ήταν θύμα bullying. Ο Βαγγέλης, ανάμεσα στα άλλα, ήταν και λιγάκι …διαφορετικός. Κάπου υπονοείται πως ίσως να ήταν gay (τι λες τώρα, πως να το δεχτούν αυτό οι φασίστες). Kαι bingo. Τα …παιδιά, λοιπόν, πείραζαν τον Βαγγέλη επειδή ήταν διαφορετικός, κάποιες στιγμές ίσως να ξέφυγαν λίγο παραπάνω και να τον ψιλοβασάνισαν. Ξέρετε, από αυτά που κάνουν συνήθως τα παιδιά μεταξύ τους. Ο Βαγγέλης το πήρε βαριά, πρώτα εξαφανίστηκε μέσα στην πόλη των Ιωαννίνων και εν τέλει σε μια απόμερη γωνιά της, που κανένας δεν μπορούσε να τον βρει, έδωσε τέλος. Μα πόσο βολική αφήγηση. Πόσο βολεύει την απενοχοποίηση του ελληνικού φασισμού.

Και για να το δέσουμε ακόμη καλύτερα ορίστε τη διαβάζουμε σε άρθρο του Βήματος που παρουσιάζει ξεκάθαρα και χωρίς περιστροφές τη γραμμή των μπάτσων:

» Όμως παρ’ ότι γίνεται συχνά λόγος για ηθικούς αυτουργούς σε αυτοκτονίες, αυτό δεν τεκμηριώνεται νομικά. Δεν μπορεί να προκύψει ότι αυτός που πίεζε κάποιον επεδίωκε να τον αναγκάσει να προχωρήσει σε πράξη αυτοχειρίας. Η μόνη τέτοια περίπτωση προσδιορισμού ηθικής αυτουργίας σε αυτοκτονία θα ήταν κάποιος να ζητούσε και να επέβαλε στον άλλο να βάλει τέλος στη ζωή του.

Ο Βαγγέλης, λοιπόν, είναι ταυτόχρονα το θύμα και ο θύτης. Ο Βαγγέλης φταίει γιατί δεν ήταν αρκετά χοντρόπετσος προκειμένου να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές σχέσεις που του επέβαλλαν να πειθαρχήσει σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πρότυπο. Ο Βαγγέλης είναι ένοχος από κάθε άποψη γιατί ήταν ”διαφορετικός” και ξέφευγε από τα κατεστημένα κοινωνικά στερεότυπα. Εκεί εμφανίστηκε ο ελληνικός φασισμός να τιμωρήσει τον Βαγγέλη και να τον βάλει στον ίσιο δρόμο. Τώρα, αν ο Βαγγέλης δεν μπορούσε να έρθει σε αυτό τον ίσιο δρόμο, πρόβλημά του. Και βέβαια, αυτό δικαιολογείται απόλυτα. Ο ελληνικός φασισμός πρέπει και θα μείνει στο απυρόβλητο γιατί είναι η κυρίαρχη κοινωνική πρακτική της εξουσίας.

Τον κύκλο διαχείρισης ολοκληρώνουν τα social media συμμετέχοντας στη σφαίρα αναπαραγωγής της κυρίαρχης αφήγησης ως ”απλοί πολίτες που εκφράζονται”. Και δε μιλάω για social media που είναι των μμε, μιλάω όντως για τους ”απλούς πολίτες” που γράφουν απλά την άποψή τους. Όλα, λοιπόν, κλείνουν με θρήνους και οδυρμούς σχετικά με τον χαμό του Βαγγέλη, και η απενοχοποίηση έρχεται γλυκά και όμορφα σαν ζεστή μελαγχολία. Όπου την ίδια στιγμή :

Σήμερα, πολίτες δίνουν ραντεβού στις 20:30 στον Κήπο του Επίκουρου, στο κέντρο της Αθήνας, για να ανάψουν ένα κερί στη μνήμη του Βαγγέλη Γιακουμάκη.
Το ραντεβού έχει κανονιστεί μέσα από το facebook με περισσότερους από 300 ανθρώπους να έχουν προσκληθεί ενώ στην σελίδα αναφέρεται το εξής:«Στη μνήμη του Βαγγέλη Γιακουμάκη και με την ελπίδα ότι θα είναι το τελευταίο θύμα bullying, ας φωτίσουμε τον Κήπο του Επίκουρου με αναμμένα κεριά».Την ίδια στιγμή, μια ακόμη εκδήλωση πολιτών έχει προγραμματιστεί για το Σάββατο 29 Μαρτίου, στο Σύνταγμα.

Ένα ρεσώ για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη που δολοφονήθηκε από τον ελληνικό φασισμό. Ένα από τα χίλια πρόσωπα αυτού του φασισμού. Όχι κουφάλες. Το θέμα ήταν και είναι πολιτικό. Οι φασίστες της διπλανής πόρτας που δεν ανεμίζουν σβάστιγκες, δεν είναι ξυρισμένοι και φουσκωτοί, δολοφόνησαν τον Βαγγέλη. Ο φασισμός που αναβλύζει πηγαίος από μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας και δεν ανέχεται τη λεγόμενη ”διαφορετικότητα” δολοφόνησε τον Βαγγέλη. Ο φασισμός ως κυρίαρχη πρακτική της εξουσίας προκειμένου να διαχέεται η κοινωνική πειθάρχηση σε νόρμες και πάτερνς που βολεύουν την αναπαραγωγή και διαιώνισή της δολοφόνησε τον Βαγγέλη. Δεν θα παραμυθιαστούμε, λοιπόν, ούτε από τα δάκρυα και τα κεριά των απολογητών, ούτε από τις πληροφορίες των μπάτσων, ούτε από τα συλλυπητήρια της εξουσίας στο θύμα της.

Μίσος και εκδίκηση για κάθε δολοφονημένο από τον ελληνικό φασισμό.

http://www.provo.gr/o-ellhnikos-fasismos-dolofonhse-ton-vaggelh/

Το πρόσωπο του τερατος

Με αφορμή την εύρεση της σωρού του 20χρόνου Βαγγέλη Γιακουμάκησήμερα το πρωί στα Γιάννενα, ας θυμηθούμε το κείμενο του Μάνου Χατζηδάκη «Το πρόσωπο του τέρατος» και ας μην ξεχνάμε ότι το τέρας δεν ανέχεται την διαφορετικότητα, δεν ανέχεται την απόκλιση από τα έμφυλα πρότυπα που έχει ορίσει. Κάθε τι που διαφέρει όχι απλά το κοροϊδεύει, όχι απλά το απομονώνει, αλλά το τραμπουκίζει, το βασανίζει, το σκοτώνει… Όσο ανεχόμαστε το τέρας, τόσο θα μετράμε θύματα. Όσο δεν αντιδρούμε, τόσο γινόμαστε συνένοχοι…

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει […] Η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.

Ο Frankenstein έγινε πόστερ και στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλλα, κι ολομόναχο χορεύει με πάθος ένα tango ελλειπτικό. Δεν υπάρχει μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος και αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των εξαφανισθέντων, βασανισθέντων και νεκρών. Και το tango να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στις φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της γης. Εκατομμύρια περισσότεροι απ’ όσους εννοούνε ν’ αντιδράσουνε στο τέρας, και εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στις αγροτικές ερημιές.

Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;

Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.

Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ’ τους εχθρούς. Και ο εχθρός γεννιέται δεν γίνεται. Μας παρακολουθεί από το σχολείο σαν ήμασταν παιδιά. Και επιζητεί τον αφανισμό μας.
 
Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
– Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
– Βασίλης, του απαντώ.
– Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
– Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
– Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.

Η μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, που επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα να προφυλαχτούν από τις πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες. Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, και την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στη ορθία μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στο μεταξύ και η εφαρμογή του Οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. Έτσι, η μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ, επέστρεψα στο σπίτι μου πεζή.

Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράσταση τους με Shakespeare, Schiller καί Αισχύλο, μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού. Χορός από τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τας μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουνε στις τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Η κλασική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο. Το ερώτημα περνάει απ’ τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θ’ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;

Θυμάστε τι έγινε στην «Ερωφίλη», από την προηγούμενη φορά. Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι, όταν παρουσιαζότανε η μορφή ενός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου του και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπο του η μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.

Αυτό σημαίνει πως ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πως δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.

Μάνος Χατζηδάκης,

Κυριακή, 30 Ιουλίου 1978

Από το βιβλίο «Τα Σχόλια του Τρίτου», Εκδόσεις Εξάντας, 1980