Αρχείο ετικέτας πρόσφυγες

η Τούμπα, οι μετανάστες και τα σκουπίδια της Τσιμπλούκας

Κείμενο της αναρχικής συλλογικότητα “μαύρο κόκκινο” από την θεσσαλονίκη.

***

Η Τούμπα, οι μετανάστες και τα σκουπίδια της Τσιμπλούκας
ceb1ceb5cf81cebfcf86cf89cf84cebfceb3cf81ceb1cf86ceafceb1-cebaceaccf84cf89-cf84cebfcf8dcebccf80ceb1cf82Λοιπόν, γεννηθήκαμε και στην Τούμπα. Πήγαμε δημοτικό στου «Αδαμίδη» και στο «Τενεκεδένιο», το ένα χτισμένο από λαμαρίνη και τ’ άλλο από αμίαντο καρκινογόνο. Κάποτε το γκρέμισαν αφού τόσες γενιές μεγάλωσαν σ’ αυτό. Οι γονείς μας γεννήθηκαν εδώ, στα ίδια σχολεία έτρεξαν, γέλασαν, στα ίδια στενά έπαιξαν. Πρόλαβαν βέβαια τούτοι οι τυχεροί τα σπιτάκια με τις μεγάλες αυλές, τις ξαμπάρωτες πόρτες, το κουτσομπολιό των Σμυρνιών γιαγιάδων, τα ρεμπέτικα στη διαπασών απ’ τη καλύβα του χασισοπότη, τις φωνές και τους καυγάδες των γειτόνων τις μεγάλες και ατέλειωτες σιωπές που έκρυβαν τους κυνηγημένους. Οι παππούδες μας δεν γεννήθηκαν εδώ. Στην Τούμπα δεν γεννήθηκε κανείς, μόνο κάτω στην πόλη γεννήθηκαν οι παλιοί Σεφαραδίτες που κι αυτοί έφτασαν εδώ κυνηγημένοι. Κανείς δε θυμάται από πότε, φύγανε κι αυτοί όπως ήρθαν…κυνηγημένοι. Οι παππούδες μας ήρθαν εδώ από τη Ρωσία, τον Πόντο, από τη Σμύρνη…πρόσφυγες. Πριν από τους παππούδες μας, στη Τούμπα ζούσαν τα σκουπίδια της Τσιμπλούκας, έτσι έλεγαν οι παλιοί την χωματερή στο μέρος που χτίστηκαν έπειτα τα «Κωνσταντινοπολίτικα». Όταν ήρθαν οι παππούδες, μας δεν τους δέχτηκε κανείς, δεν άνοιξε σπίτι, ή αγκαλιά, ούτε στάβλος για να χωθούν σαν τρομαγμένα ζώα. Μονάχα το ορφανοτροφείο που μεγάλωσε τις γιαγιάδες μας, στα χρόνια της φρίκης… Είχαν μόνο την απλωσιά του τόπου. Το ρέμα, τη Αγιά Μαρίνα, το ανάχωμα, το Κρυονέρι, τις παρυφές του δάσους, αυτός ήταν ο τόπος. Εκεί χτίσαν τα παραπήγματά τους, οι παραγκιώτες. Παραμέρισαν τα σκουπίδια και έφτιαξαν τη ζωή, αυτή του πολέμου, αυτή της αντίστασης, του αγώνα. Βάψανε οι αλάνες της Τούμπας κόκκινο. Δρόμος πολύς η ζωή των κυνηγημένων, η ζωή του πρόσφυγα…Έπειτα γκαστερμπάϊτερ, άσωτος ο δρόμος… Κάποτε ξαπόστασαν κι αυτοί, μέσα στα μελαγχολικά σπιτάκια της αντιπαροχής του δανείου, της σύνταξης, αυτά που χτίσανε κατά χιλιάδες οι ίδιοι για δεκαετίες. Μα η φτώχεια ήταν πάντα η ίδια, πλήρωσαν κι ακόμη αργότερα, είδαν τα εγγόνια τους, τα λιωμένα κορμιά των νεολαίων της «ανάπτυξης» και του «εκσυγχρονισμού» κάθε απόβραδο να ξεμοναχιάζουν τη ζωή κάτω απ’ τη γέφυρα, στο ρέμα, το πρωΐ άγριο ξύπνημα από τη σειρήνα του ασθενοφόρου. Και σε μας απόμεινε, μονάχα μια μνήμη, μια μυρωδιά χαμένη από την τσιμενταρισμένη εξοχή, μα και η αίσθηση ότι αν ακόμη σήμερα δεν είμαστε κυνηγημένοι, έχουμε την ψυχή να μη γίνουμε ποτέ κυνηγοί. Και να ελπίζουμε, ν’ αγαπάμε τον άνθρωπο. Έπειτα γι’ αυτό διαλέξαμε πλευρά, γίναμε αναρχικοί, μιας και η αριστερά των παππούδων μας δεν υπάρχει πια, έμεινε από δ’ αύτη μια στάμπα από την πολυχρησιμοποιημένη καρέκλα του «δημόσιου λειτουργού» και η κατάφαση του συμβιβασμού, γίναμε αναρχικοί όχι γιατί μας αρέσει να μας κυνηγούν αλλά για να θυμόμαστε να μην γίνουμε ποτέ κυνηγοί. Ούτε κυνηγοί, ούτε θηράματα, ούτε αφέντες, ούτε δούλοι…

Με αφορμή μερικά ορφανά ευρώ (600.000) που περίσσευαν από τον ευρωπαϊκό κορβανά και που ο δήμαρχος της πόλης σκέφτηκε να τα πάρει υπό την ζεστή θαλπωρή του, εγκρίθηκε το σχέδιο εγκατάστασης οκτώ (8) μονογονεϊκών οικογενειών προσφύγων στους παλιούς στάβλους, οι οποίοι επί χρόνια χρησιμοποιούνταν για να φιλοξενούν καρκινογόνα χημικά. Η διαμόρφωση ενός χώρου φιλοξενίας των ορφανών παιδιών ήταν η προϋπόθεση για να αναλάβουν οι έμμισθοι «αλληλέγγυοι» τον μποναμά των γιάπηδων. Στους καρκινογόνους παλιούς στάβλους λοιπόν, εξαντλείται η ντόπια και διεθνής αλληλεγγύη για τους κατατρεγμένους…Ας είναι, όμως όχι… Στην Τούμπα, λοιπόν, (να μιλάνε άραγε για τον ίδιο τόπο;) βρέθηκαν άνθρωποι να καμωθούν τους γηγενείς. Μαζεύτηκαν, λοιπόν, κάποιοι άπληστοι νευρωτικοί «αυτόχθονες», έκαναν εκδήλωση και είπαν «στην Τούμπα δε χωράνε πρόσφυγες». Αναρωτήθηκαν «πως θα παίζουνε τα παιδιά μας δίπλα στους μετανάστες»; Είπαμε «θα μιλήσουμε κι εμείς», αρνήθηκαν, επιμείναμε να μιλήσουμε, μας ρώτησαν ποιο είναι το όνομά μας,
– Αχμέτ, Αμπντούλ, Κωστής, Μαρίκα, Ντούσιας, Χομαγιούν, Βακάρ.
Έπειτα ρώτησαν που ζούμε
– Στην Επιδαύρου, στη Βοσπόρου, κάτω από τη γέφυρα, στο ρέμα, στη Κασσάνδρου, στο Γεντί Κουλέ
Και που γεννηθήκατε;
– Στην Τούμπα, στο Κερατσίνι, στην Κοκκινιά, στο Βίτσι, στα γκέτο του Παρισιού, στο Μεξικό στη ζούγκλα.
Παραξενεύτηκαν ρώτησαν τι ήρθατε να κάνετε εδώ; Μα είχαν ακούσει πολλά έκλεισαν τα ηχεία…τότε κάναμε τα χέρια μας χωνί, όπως παλιά στη γειτονιά μας, έκαμε ο κυρ-Γιώργης που ‘φερνε στην καρότσα τα καρπούζια κι οι γιαγιάδες μας ανέβαζαν πάνω να παίξουμε…
-Γεννηθήκαμε κι εδώ, κι αλλού και παντού θα γεννιόμαστε και θα ξεπηδάμε γιατί ο φασισμός δεν έχει πάντα ουρά και κέρατα, ο φασισμός ξεκινά ως εφαρμογή μικρών καθημερινών κακουργηματικών σκέψεων, υπαγορευμένων από το φόβο και τη μισαλλοδοξία…Σκεπτόμενοι ότι ο φασισμός δεν νικάει όταν βρεθεί ένας Χίτλερ αλλά όταν δημιουργηθούν χιλιάδες Άϊχμαν…
Έπειτα φύγαμε, μα θα ξαναγυρίσουμε, να κοιτάξουμε αν ο τόπος φυλάει τη μνήμη του…

Όσοι δεν μίλησαν ποτέ, όσοι τώρα βόλεψαν το κορμί τους σε ένα-δυο σπίτια και εξοχικά, βρήκαν εχθρό, «ξεσηκώθηκαν» να «διεκδικήσουν». Ποιόν εχθρό αισθάνθηκαν; Βρέθηκαν «αυτόχθονες» να διακηρύξουν ότι αυτό το μικρό κομμάτι κατεστραμμένης γης κάποιοι άλλοι, -οι ίδιοι- το έχουν περισσότερο ανάγκη, από τα ορφανά αλλοδαπά ανήλικα μιάσματα. Κάνανε και αναλύσεις ότι η χώρα και ειδικά η Τούμπα δεν χωράει άλλους ξένους, άλλους κατατρεγμένους. Είναι πολλοί, λένε. Δεν χωράει άλλη φιλοξενία γιατί έχει το Θεαγένειο που φιλοξενεί καρκινοπαθείς, έχει το Παπάφειο που φιλοξενεί ορφανά, έχει την ΥΦΑΝΕΤ που φιλοξενεί αναρχικούς… Δεν χωράνε άλλοι, είπαν αυτοί που αν η Τούμπα δεν χωρούσε από πάντα τους κατατρεγμένους, δεν θα ήταν εδώ. Κορόϊδεψαν «να τους πάρετε σπίτια σας», οι ανόητοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν πόσους και πόσους κατατρεγμένους έχουμε φιλοξενήσει στα σπίτια μας με την ελπίδα κάποτε να είχε βρεθεί κάποιος να φιλοξενήσει τους παππούδες μας, τους «τουρκόσπορους». Έπειτα μας είπαν ότι θέλουν το χώρο μόνο για Έλληνες, για την πατρίδα…ποια πατρίδα; Αυτή την πατρίδα που έστελνε το χωροφύλακα να ελέγχει αν σηκώσαν την σημαία της οι παππούδες μας στα μπαλκόνια, επειδή ήταν «ύποπτοι» και «συμμορίτες»; Την πατρίδα της “μπάρας” που για να την περάσεις έπρεπε να δώσεις πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων; Στην κόκκινη Τούμπα η σημαία της πατρίδας μας απλώνονταν στα μπαλκόνια 363 μέρες το χρόνο, κάθε μέρα πέρα από τις εθνικές εορτές: ήταν τα χιλιομπαλωμένα σώβρακα και οι κακοραμμένες κάλτσες που ανέμιζαν περήφανα πάνω από τα κεφάλια μας όταν κλωτσούσαμε την μπάλα στην αλάνα• πατρίδα στην τούμπα ήταν η αλάνα για τους μικρούς, η φτώχεια για τους μεγαλύτερους κι η πείνα, ο φόβος της προσφυγιάς. Ήταν όμως και η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, το νιώσιμο, δεν ήταν απλά μια κάποια Ελλάδα η πατρίδα στην Τούμπα. Έτσι θέλουμε να τη θυμόμαστε. Αλλά μήπως τούτοι οι νέοι «γηγενείς» ήταν θαμώνες και κατοικοεδρεύαν στα υπόγεια της Τσιμπλούκας, κάτω από τόνους σκουπιδιών, αγνώριστοι κι αυτοί ανάμεσα τους; Δε θα ‘τυχε να τους γνωρίσουν οι παππούδες μας.
Άλλωστε από πάντα η χωματερή είναι το καταφύγιο του ρατσισμού, κι η μισαλλοδοξία ο πολιτισμός των σκουπιδιών.
Συλλογικότητα για τον Κοινωνικό Αναρχισμό
“Μαύρο & Κόκκινο”
mauro-kokkino@hotmail.com

η Τούμπα, οι μετανάστες και τα σκουπίδια της Τσιμπλούκας

Μοχάμεντ Σαγκάρ, ο τελευταίος μετανάστης

Το χρονικό μιας τυπικής μεταναστευτικής Οδύσσειας, ένα νησί που ο καπιταλισμός το πήγε πρώτα στον παράδεισο και ύστερα στην κόλαση, η πολύπαθη Μέση Ανατολή και ο Σαντάμ Χουσεΐν, η αντιμεταναστευτική πολιτική μιας χώρας μεταναστών.

 tumblr_mkmgsfqDFZ1s39tb9o1_500

Περίπου 160 χιλιόμετρα νότια της Βαγδάτης βρίσκεται η Νατζάφ, μια απ’ τις ιερότερες πόλεις του Ιράκ για τους Σιίτες μουσουλμάνους και ίσως το ισχυρότερο κέντρο της πολιτικής τους επιρροής. Εκεί βρίσκεται και ο μουσουλμανικός ναός του Αλή· ο Αλή ήταν ο γαμπρός του προφήτη Μωάμεθ και, σύμφωνα με τους Σιίτες, ο δίκαιος διάδοχος στην ηγεσία του μουσουλμανικού κόσμου. Είναι λοιπόν φυσικό η πόλη να αποτελεί προορισμό για εκατομμύρια προσκυνητές ετησίως.

Το 1976 γεννιέται στη Νατζάφ ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, Μοχάμεντ Σαγκάρ. Τρία χρόνια μετά, ο Σαντάμ Χουσεΐν θα αναλάβει την προεδρία της χώρας. Δώδεκα χρόνια αργότερα (1991) ο 15χρονος πλέον Μοχάμεντ εγκαταλείπει προσωρινά το σπίτι του μαζί με την οικογένειά του για να γλιτώσει απ’ τη σφαγή που ακολουθεί την εξέγερση των Σιιτών ενάντια στον Σαντάμ Χουσεΐν. Όταν επιστρέφουν, το βρίσκουν κατεστραμμένο από μια ρουκέτα. Ψάχνοντας στα χαλάσματα, Ο Μοχάμεντ τραυματίζεται από μια βόμβα που δεν είχε εκραγεί κατά τη διάρκεια της μάχης.

Η ζωή συνεχίζεται και το 1997 ο 21χρονος Μοχάμεντ σπουδάζει μικροβιολογία. Τότε είναι που θα ακούσει τις φήμες ότι η οικογένειά του έχει στοχοποιηθεί απ’ το καθεστώς. Παρατάει τις σπουδές του και φεύγει με την οικογένειά του για το Ιράν. Τα πράγματα στο Ιράν εξακολουθούν να μην είναι ρόδινα κι έτσι αποφασίζει, 4 χρόνια μετά, να φύγει μόνος του για τη Μαλαισία και στη συνέχεια την Ινδονησία. Ο τελικός προορισμός είναι η Αυστραλία κι έτσι τον Οκτώβριο του 2001 ο Μοχάμεντ επιβιβάζεται μαζί με άλλους 222 αιτούντες άσυλο στο Olong, ένα μικρό ξύλινο σκάφος με κατεύθυνση τη μακρινή ήπειρο της επαγγελίας. Ένα μήνα πριν, οι δίδυμοι πύργοι πέφτουν και το φόβητρο της τρομοκρατίας και των μεταναστών γίνεται το πολιτικό εργαλείο της νέας εποχής.

Η κυβέρνηση της Αυστραλίας εκείνη την περίοδο τηρεί μία στάση μηδενικής ανοχής στην παράνομη μετανάστευση. Έτσι, όταν το Olong εισέρχεται στα ύδατα της Αυστραλίας η κυβέρνηση, που το είχε ήδη χαρακτηρίσει ως σκάφος ύποπτο για παράνομη είσοδο, στέλνει το ναυτικό να το αναχαιτίσει. Το σκάφος ρυμουλκείται πίσω σε διεθνή ύδατα -κοντά στο Νησί των Χριστουγέννων- όπου και βυθίζεται υπό αμφίβολες συνθήκες (κάποιες αναφορές λένε ότι το σκάφος υπέστη φθορές εξ αιτίας της ρυμούλκησης). Οι επιβάτες διασώζονται απ’ το πλοίο του αυστραλιανού ναυτικού και ο Μοχάμεντ Σαγκάρ μεταφέρεται μαζί με άλλους πρόσφυγες στην Παπούα Νέα Γουϊνέα, όπου κάνει αίτηση για πολιτικό άσυλο. Τον Σεπτέμβριο του 2002, καταλήγει στο Κέντρο Κράτησης Μεταναστών του Ναούρου.

Στο μεταξύ, κυβερνητικοί εκπρόσωποι του Φιλελεύθερου Κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία -συμπεριλαμβανομένου και του πρωθυπουργού της Αυστραλίας, η οποία βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο- ισχυρίζονται ότι οι πρόσφυγες πετούσαν τα παιδιά τους στη θάλασσα για να εκβιάσουν την είσοδό τους στη χώρα (1). Οι ισχυρισμοί αποδείχτηκαν έωλοι και το επακόλουθο σκάνδαλο τελικά έβλαψε την κυβέρνηση (2).

 

Ναούρου

NauruPIC 644a2

Το Ναούρου είναι ένα νησίδιο χαμένο μέσα στον Ειρηνικό ωκεανό, έκτασης 21 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αυτό το μικροσκοπικό κομμάτι γης έχει ίσως δυσανάλογα πολυτάραχη ιστορία. Από ιδιοκτησία αποικιοκρατικών δυνάμεων και μετά από μια Ιαπωνική κατοχή έγινε ανεξάρτητη δημοκρατία το 1968, στη συνέχεια έγινε η πλουσιότερη χώρα στον κόσμο, ύστερα φορολογικός παράδεισος και φτωχός ερημότοπος με τον διαβήτη να μαστίζει τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Σήμερα βρίσκεται, θα λέγαμε, σε μια «κανονική» κατάσταση.

Το Ναούρου χρωστάει την περίοδο ευημερίας του (εξωφρενικού πλούτου μάλλον) στην εξόρυξη των τεράστιων κοιτασμάτων φωσφορικού άλατος απ’ το υπέδαφος του νησιού. Την εποχή της εκμετάλλευσης αυτού του ορυκτού πλούτου, οι κάτοικοι είχαν από πέντε αυτοκίνητα, δωρεάν ηλεκτρικό ρεύμα, έτρωγαν φαγητό αποκλειστικά απ’ έξω και για να μην πολυλογούμε: το κράτος είχε προσλάβει οικονομικούς μετανάστες για να καθαρίζουν τις τουαλέτες τους (!).

Τα κοιτάσματα άρχισαν κάποια στιγμή να λιγοστεύουν, οι πολιτικοί μπέρδευαν το ταμείο του κράτους με το δικό τους, μετά ήρθαν τα δάνεια και οι κακές επενδύσεις και εν ολίγοις το νησί κατέληξε ένας ρημαγμένος, πάμφτωχος και καταχρεωμένος τόπος που επιβίωνε με μηχανική υποστήριξη έξωθεν. Σε μια τέτοια συναλλαγή υποστήριξης, το Ναούρου δέχτηκε την πρόταση της αυστραλιανής κυβέρνησης να χτίσει δύο κέντρα κράτησης μεταναστών στο απομακρυσμένο νησί, με αντάλλαγμα οικονομική βοήθεια. Το σχέδιο, που ονομάστηκε «Ειρηνική Λύση», αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής από τη διεθνή και εγχώρια κοινότητα. Η Αυστραλία, αν και είναι στην ουσία μια χώρα μεταναστών, έχει επιδείξει ένα παρελθόν φυλετικού διαχωρισμού εις βάρος των Αβορίγινων (αυτόχθονες κάτοικοι). Τώρα, ενισχύει τη σκληρή αντιμεταναστευτική της πολιτική με μακιαβελικού τύπου συμφωνίες. Ένα χρόνο μετά την υπογραφή της «Ειρηνικής Λύσης», ο Μοχάμεντ Σαγκάρ καταλήγει σε ένα απ’ τα κέντρα μεταναστών του μικροσκοπικού νησιού.

***

Ο Μοχάμεντ αφηγείται στον Luc Folliet (3):

 

Το πιο δύσκολο ήταν η διαδρομή. Τα νεύρα μας ήταν τεντωμένα. Για το παραμικρό στήνονταν καυγάδες, που σχεδόν έκαναν το καράβι να βουλιάξει. Το πιο οδυνηρό είναι αυτή η αναμονή με μοναδικό ορίζοντα τον ωκεανό. Δεν μπορείς να γαντζωθείς από τίποτε.


Φτάσαμε βράδυ. Κανείς απ’ τους οργανισμούς που προστατεύουν τα δικαιώματα των μεταναστών δεν ήταν εκεί. Υπήρχαν μόνο Αυστραλοί αστυνομικοί που μας οδήγησαν αμέσως στο κέντρο. Έπρεπε να περιμένουμε ένα μήνα μέχρι να δούμε έναν υπεύθυνο του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης. Ήταν μια νέα δοκιμασία για μας. Ιδιαίτερα για μένα που είχα φύγει από το Ιράκ, στη συνέχεια από το Ιράν, και βρισκόμουν σε μια χώρα που δεν είχα καν ακουστά.

 

Τέσσερα χρόνια μετά (2005), ο Μοχάμεντ Σαγκάρ και ο επίσης Ιρακινός Μουχάμαντ Φαϊζάλ είναι οι μοναδικοί κρατούμενοι που έχουν απομείνει στο κέντρο. Όλοι οι υπόλοιποι έχουν λάβει άδεια παραμονής στην Αυστραλία ή έχουν επαναπατριστεί. Η υπηρεσία πληροφοριών της Αυστραλίας τους ενημερώνει ότι έχουν εκτιμηθεί ως «πιθανή απειλή για την εθνική ασφάλεια», οπότε δεν μπορεί να τους επιτραπεί η είσοδος στη χώρα. Δεν τους εξηγεί γιατί. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η κράτησή τους μπορεί να τραβήξει επ’ αόριστον, εφόσον καταρχάς δεν μπορούν να γυρίσουν στο Ιράκ γιατί κινδυνεύουν και κατά δεύτερον ο στιγματισμός αυτός απ’ την υπηρεσία πληροφοριών δυσκολεύει το έργο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, που προσπαθεί να τους εξασφαλίσει άσυλο σε κάποια άλλη χώρα.

Ο Σαγκάρ αποφασίζει να στήσει μια ιστοσελίδα με όνομα Πρόσφυγες Εγκλωβισμένοι στο Ναούρου, στην οποία ανεβάζει φωτογραφίες του ερειπωμένου κέντρου κράτησης και περιγράφει τις ψυχολογικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι δύο τελευταίοι απομείναντες (4):

 

Μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι που δε γνωρίζουν την πραγματική σημασία της λέξης «κράτηση». Σημαίνει απλά ότι δε σου ανήκει πια η ζωή σου, με άλλα λόγια δε νιώθεις ζωντανός πια. Ειδικά όταν είσαι στην ίδια κατάσταση για πολύ καιρό και δεν έχεις ελπίδες για το κοντινό μέλλον.

 

Το Σεπτέμβριο του 2006, ο Φαϊζάλ παρουσιάζει αυτοκτονικές τάσεις και μεταφέρεται στο ψυχιατρικό νοσοκομείο του Brisbane στο Queensland, απ’ όπου μπορεί πλέον να αιτηθεί άσυλο κατευθείαν απ’ την κυβέρνηση. Η υπηρεσία πληροφοριών αναγκάζεται να επανεκτιμήσει την περίπτωσή του και αποφαίνεται ότι ο Φαϊζάλ δεν αποτελεί απειλή τελικά. Του χορηγείται μόνιμη βίζα για την Αυστραλία.

Ο Σαγκάρ είναι τώρα ο μοναδικός κρατούμενος στο Ναούρου. Περνάει τις μέρες του κάνοντας βόλτες -συνοδεία φρουρών- στον περιφερειακό δρόμο του νησιού ή στο Πανεπιστήμιο του Νότιου Ειρηνικού που στεγάζεται στο νησί, όπου υπάρχουν υπολογιστές και μια βιβλιοθήκη. Μετά από πιέσεις από πολιτικούς φορείς και ακτιβιστές, καθώς και νομικές κινήσεις που είχε κάνει μαζί με τον Φαϊζάλ και τον Αμερικανό ακτιβιστή Scott Parkin (που είχε απελαθεί απ’ την Αυστραλία έχοντας επίσης χαρακτηριστεί «πιθανή απειλή για την εθνική ασφάλεια» (5), το Δεκέμβριο του 2006 η κυβέρνηση της Σουηδίας δέχεται να του δώσει άδεια παραμονής.

***

Ο Μοχάμεντ Σαγκάρ έφυγε απ’ την πατρίδα του όταν ήταν 21 για να γλιτώσει απ’ το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Έζησε 4 χρόνια κυνηγημένος και άλλα 5 κλεισμένος σε κέντρα κράτησης μεταναστών. Στα 30 του, τρία χρόνια μετά την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ και το θάνατο του Σαντάμ Χουσεΐν, κατάφερε να κερδίσει την ελευθερία του. Σήμερα ζει στην πόλη Örnsköldsvik της Σουηδίας.

Το Κέντρα Κράτησης Μεταναστών του Ναούρου έκλεισαν το Δεκέμβριο της επόμενης χρονιάς και χορηγήθηκε αυστραλιανή βίζα στους πρόσφυγες που είχαν στο μεταξύ καταφτάσει μετά την απελευθέρωση του Μοχάμεντ. Τον Αύγουστο του 2012 τα κέντρα κράτησης ξανανοίγουν. Σύμφωνα με την τελευταία καταμέτρηση (Μάιος 2014), 1.162 πρόσφυγες αιτούντες άσυλο κρατούνται εκεί.

Κείμενο: Morgan S. Bailey

 

MAP 1442f

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
1. Wikipedia | Children Overboard affair
2. The Guardian | False claims about boat people could sink Australian leader
3. Luc Folliet, «Ναουρού, το ρημαγμένο νησί», βλ. ΠΗΓΕΣ.
4. archive.org | When the freedom’s detained
5. Wikipedia | Scott Parkin

ΠΗΓΕΣ:
Luc Folliet,  «Ναουρού, το ρημαγμένο νησί: πώς ο καπιταλισμός κατέστρεψε την πλουσιότερη χώρα του κόσμου», εκδόσεις Τοποβόρος
Wikipedia | Mohammed Sagar
Wikipedia | Najaf
Wikipedia | Nauru Detention Center

 από: omniatv.com